Με αυτά και με αυτά πέρασαν 2+ χρόνια από το τελευταίο ποστ, και πηγαίνω για ανάσταση του ιστολογίου. Θα το κάνω όμως;
Στοιχηματίστε...
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2009
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006
Με αυτά και αυτά
Πέρασε ένας μήνας και δεν έκανα ούτε μια καταχώρηση. Βασικός λόγος: βαριέμαι να γράφω, αφήστε που δεν έχω και τίποτα να πω. Το sffnowrimo πήγε μέτρια, με 25000 λέξεις και κάτι ψηλά στο τέλος του μήνα και τώρα έχει παγώσει για λίγο, μέχρι να ξαναβρώ κουράγιο να γράψω. Προέχει να τελειώσω τον Λύκο, αλλά και για αυτό δε μπορώ να βρω την όρεξη. Γενικά δεν έχω το κουράγιο να ανοίξω word αυτές τις ημέρες και έχω πολλά πράγματα που θέλω να αρχίσω/συνεχίσω/τελειώσω.
Αυτά από εμένα, over and out
Ακούγοντας: ένα από τα μισοτελειωμένα κομμάτια των Storm Elves με τίτλο (μάλλον) Decipher
Αυτά από εμένα, over and out
Ακούγοντας: ένα από τα μισοτελειωμένα κομμάτια των Storm Elves με τίτλο (μάλλον) Decipher
Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2006
sffnowrimo 2006- 6η ημέρα
Για όσους δε γνωρίζουν σε τι αναφέρομαι δείτε εδώ: http://www.sff.gr/forums/index.php?showtopic=5318
Έχω ξεκινήσει να γράφω ένα άτιτλο μυθιστόρημα το πρώτο μέρος του οποίου θα γραφτεί ως μέρος της εκδήλωσης. Αν και ξεκίνησα δυνατά, το Σ/Κ έκανα κοιλιά (ή μάλλον τα έξυνα) και τώρα είμαι στις 8350 λέξεις, ενώ πρέπει να έχω 10000 λέξεις ως τα μεσάνυχτα για να είμαι εντός προγραμματος. Είναι μια urban fantasy ιστορία με θέμα που δε θα σας αποκαλύψω, απλά κύρια επιροή (που αγγίζει τα όρια του κλεψίματος) είναι το κόμικ Sandman του Neil Gaiman, αλλά πάντα περασμένο μέσα από προσωπικά φίλτρα.
Κατά τα άλλα, τις επόμενες μέρες που θα έχω χρόνο (ούτε να κράξω με την ησυχία μου δεν προλαβαίνω...)
Έχω ξεκινήσει να γράφω ένα άτιτλο μυθιστόρημα το πρώτο μέρος του οποίου θα γραφτεί ως μέρος της εκδήλωσης. Αν και ξεκίνησα δυνατά, το Σ/Κ έκανα κοιλιά (ή μάλλον τα έξυνα) και τώρα είμαι στις 8350 λέξεις, ενώ πρέπει να έχω 10000 λέξεις ως τα μεσάνυχτα για να είμαι εντός προγραμματος. Είναι μια urban fantasy ιστορία με θέμα που δε θα σας αποκαλύψω, απλά κύρια επιροή (που αγγίζει τα όρια του κλεψίματος) είναι το κόμικ Sandman του Neil Gaiman, αλλά πάντα περασμένο μέσα από προσωπικά φίλτρα.
Κατά τα άλλα, τις επόμενες μέρες που θα έχω χρόνο (ούτε να κράξω με την ησυχία μου δεν προλαβαίνω...)
Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006
Back for blood
Χθες βράδυ ένας φίλος μου μου παραπονιόταν ότι πρέπει να ξαναρχίσω να γράφω στο blog, επειδή, όπως ανέφερε, δεν μπορεί να βρει άλλο μπλογκ με τόση καφρίλα και σαρκασμό. Και, ως κρυπτοψώνιο, μπροστά στην αναγνώρηση της μοναδικότητας του blog μου αποφάσισα να ξαναρχίσω να γράφω. Ας με υποδεχτεί λοιπόν η blog-όσφαιρα με όλες τις τιμές που μου αρμόζουν (αγνοώντας με δηλαδή επιδεικτικά).
Μπι γουορντ, Αι'μ μπακ.
Μπι γουορντ, Αι'μ μπακ.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2006
Music - Slayer - Christ Illusion
(Nα σας προειδοποιήσω ότι πριν από την ακρόαση, άκουσα ΟΛΗ τη δισκογραφία των slayer για να έχω καλύτερη άποψη)
Για αρχή το artwork είναι βίαιο, σκοτεινό, χαοτικό και βλάσφημο, όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς, παραπέμποντας σε αυτό του Reign in black
Flesh storm - ξεκινάει με drone αλλά δεν αργεί να ξεκινήσει το τρίπτυχο: ξύσιμο-Αράγια φωνάζει-ντράμς στο τέρμα. Το ρεφραίν πάλι έιναι mid tempo, με μια κολλητική μελωδία (που θυμίζει αρκετά κομμάτι από τον προηγούμενο των exodus) και ακολουθεί κλασικό slayer-ικό σόλο. Το δεύτερο ρεφραίν μάλιστα το προλογίζει μια επίσης πορωτική εκτέλεση του αργού γεμάτου αυτού ριφ και ένα κόψιμο-ξυράφι για δεύτερο σόλο και ένα ακόμα βαρύ γκρουβάτο mid tempo κομμάτι και ξανά το ρεφραίν. Χαλαρά θα ανοίγει συναυλίες μέχρι τον επόμενο δίσκο και όχι άδικα.
Catalyst - Ξεκινά επίσης κλασικά, με σκασίματα στα ντραμς, ένα κουπλέ που φέρνει πολύ σε εποχές Diabolus in musica και τον Araya να ουρλιάζει τους στίχους όπως αυτός ξέρει. Κι εδώ υπάρχει ένα ακόμα mid tempo πέρασμα που συνοδεύει το πρώτο σόλο, όπως και μερικά από τα κλασικά slayer-ικά ριφάκια στο όχι και τόσο ξεχωριστό ρεφραίν, ενώ προς το τέλος γυρνάει λίγο σε εποχές που θυμίζουν Reign in blood (χωρίς φυσικά την κολασμένη δύναμη που έβγαζε η βίβλος εκείνη του μέταλ). Δυνατό μεν, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορείς να το πεις το καλύτερο κομμάτι του δίσκου.
Skeleton Christ - Μπαίνει ωραία με ένα κοφτό επαναλαμβανόμενο riff και μεσαίας ταχύτητας "ραπαριστά" φωνητικά, για να δώσει συνέχεια σε ένα (ευτυχώς καθόλου χαρούμενο) πανκοειδές ρεφραίν και ένα σύντομο σόλο. Δεύτερο κουπλέ στον ίδιο ρυθμό και δεύτερη φορά το ρεφραίν με λίγο αλλαγμένους στίχους και μετά άλλη μία με άλλη μια φορά διαφορετικούς στίχους. Ακολουθεί ένα ριφ που θυμίζει αρκετά raining blood και ο κόσμος μπορεί να χαρεί headbanging και στο καπάκι moshing με το ρεφραίν που ξανακολουθεί, ενώ ακολουθεί ένα beatdown πέρασμα συνοδεία σόλο για ακόμα περισσότερο ξύλο. Στα κατά του κομματιού κατ' εμέ οι αφελείς αντιχριστιανικοί στίχοι
Eyes of the insane - Ξεκινάει θυμίζοντας λίγο South of heaven και συνεχίζει γκρουβάτα για πιο χαλαρό κοπάνημα, ενώ ακολουθεί ένα δυναμικό, πιασάρικο ρεφραίν ιδανικό για body slamming, ενώ μπαίνει και ένα δεύτερο ρεφραίν που ακολουθεί το πρώτο, κοφτό και τσαμπουκαλεμένο. Οι στίχοι, αντιπολεμικού περιεχομένου, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το τραγούδι έχει πολύ δυναμική (στα συν μια στιχουργική αναφορά στο mandatory suicide)
Jihad - Ξεκινάει με μια χαλαρή εισαγωγή ενώ μετά από λίγο μπαίνει ένα αργό, μακρόσυρτο ριφ και ένα ακόμα "ραπάρισμα" πάνω σε ένα γρήγορο κοφτό ριφ που κάνει το σώμα να κινείται στο ρυθμό του. Το ρεφραίν, σαν σύνθημα, τα σπάει, αλλά το γύριστό ριφάκι που χρησιμοποιείται για να περάσουμε στο δεύτερο κουπλέ και που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται προσωπικά δε μου άρεσε. Το δεύτερο ρεφραίν ακολουθεί ένα πέρασμα με που κιθάρες παίζουν χαμηλά, τα ντραμς δίνουν ρυθμό και τα φωνητικά απαγγέλουν χαμηλά κάτι σα λόγο.
Στιχουργικά δε, πρέπει να είναι το πιο ακραίο τραγούδι που έχουν γράψει μετά το Angel of death.
Consfearancy - Κοφτά ριφς, σκασίματα, καλπασμός στα ντραμς, σόλο μετά την εισαγωγή, φωναχτό χοροπηδηχτάδικο κουπλέ, ένα ωραίο lead και ένα επίσης κοφτό χοροπηδηχτάδικο ρεφραίν. Πολύ κοπάνημα, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο αλλά σίγουρα απολαυστικό.
Catatonic - τίγκα στα αργά βαριά riff σε κλασικές μινόρε κλίμακες είναι ένα κομμάτι αργό και βαρύ, για πολύ headbanging, με τoν Araya να ουρλιάζει το κολλητικό ρεφραίν που πορώνει με την σκοτεινή μελωδική γραμμή του, ενώ κάπου πριν το σόλο ακούγεται ένα μινόρε ριφάκι που ακολουθείται απο σκασίματα, όπως raining blood (αν και εντάξει, καμία σύγκριση) Από τα πιο δυνατά κομμάτια του δίσκου.
Black serenade - Ο χαρακτηρισμός "καλό μωρέ" δεν θα μπορούσε να δωθεί στο ελαφρώς ανευρο κουπλέ του τραγουδιού αυτού, η ρυθμική γέφυρα όμως και το "ραπαριστό" ρεφραίν του δίνουν αρκετή ενέργεια, όπως και το φρενήρες πρώτο σόλο. Γενικά το πιο αδύναμο ίσως κομμάτι και μουσικά και στιχουργικά.
Cult - Σκοτεινή εισαγωγή που θυμίζει λίγο dead skin mask, δυνατό mid tempo riff, σκασίματα στα ντράμς και μια μελωδία γεματη και πορωτική που σε αναγκάζει να κοπανηθείς, ενώ, για να θυμηθούμε λίγο το hell awaits, ακολουθεί ένα τυπικό γρήγορο thrash κομμάτι με ένα "γηπεδικό" ρεφραίν που ξεσηκώνει στην αρχή, για να καταλήξει σε ένα mosh friendly βίαιο ρυθμό. Δεύτερο κουπλέ, δεύτερο ρεφραίν για να συνεχίσει να δέρνεται ο κόσμος και αργό βαρύ πέρασμα για λίγο headbanging ρε αδερφέ πριν το σόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το κομμάτι επιλέχθηκε ως single του δίσκου και νομίζω ότι θα εκτιμηθεί σε πολλά pits ανά τον κόσμο.
Supremist - αυτό εδώ έχει μια αρκετά heavy metal εισαγωγή και αρκετά παλαιομοδήτικο riff στο κουπλέ, με ένα αρκετά τεχνικό riff να το ακολουθεί και ένα ελαφρώς υποτονικό ρεφραίν και αρκετά τεχνικά περάσματα που δεν λειτουργούν απολύτως καλά μέσα στη σύνθεση. Ωραία riffs, μέτριο τραγούδι (αν και φαντάζομαι οι κιθαρίστες θα το χαρούνε αρκετά)
Συνολικά είναι ένας συμπαγής, λακωνικός (κρατάει λίγο λιγότερο από 40 λεπτά) δίσκος με πολύ ένταση και χωρίς πολλά βαρετά σημεία. Είναι πολύ χορταστικός και γενικά αποφεύγει να πλατειάζει, διατηρόντας τη δύναμή του καθόλη τη διάρκειά του. Του λείπουν όμως τα τραγούδια που ξεχωρίζουν, καθώς και τα 8 τραγούδια είναι εφάμιλα με τα "γεμίσματα" σε οποιονδήποτε από τους πέντε πρώτους δίσκους, άρα είναι σαφέστατα κατώτερός τους ως ποιότητα. Παράλληλα όμως έχει περισσότερο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε δίσκο έβγαλαν μετά το Seasons in the abyss, επιλέγοντας επιστροφήστις ρίζες.
Γενικά αν δεν έχετε ξανασχοληθεί με το συγγρότημα ασχοληθείτε με κάποιο από τα Reign in blood, south of heaven και Seasons in the abyss, αν όμως είστε οπαδός των Slayer ή γενικά του thrash μπορείτε να επενδύσετε στο δισκάκι αυτό. Χωρίς να είναι διαμάντι, κλασικό, αριστούργημα κτλ τα βγάζει τα λεφτά του.
Βαθμολογία 4/5
Για αρχή το artwork είναι βίαιο, σκοτεινό, χαοτικό και βλάσφημο, όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς, παραπέμποντας σε αυτό του Reign in black
Flesh storm - ξεκινάει με drone αλλά δεν αργεί να ξεκινήσει το τρίπτυχο: ξύσιμο-Αράγια φωνάζει-ντράμς στο τέρμα. Το ρεφραίν πάλι έιναι mid tempo, με μια κολλητική μελωδία (που θυμίζει αρκετά κομμάτι από τον προηγούμενο των exodus) και ακολουθεί κλασικό slayer-ικό σόλο. Το δεύτερο ρεφραίν μάλιστα το προλογίζει μια επίσης πορωτική εκτέλεση του αργού γεμάτου αυτού ριφ και ένα κόψιμο-ξυράφι για δεύτερο σόλο και ένα ακόμα βαρύ γκρουβάτο mid tempo κομμάτι και ξανά το ρεφραίν. Χαλαρά θα ανοίγει συναυλίες μέχρι τον επόμενο δίσκο και όχι άδικα.
Catalyst - Ξεκινά επίσης κλασικά, με σκασίματα στα ντραμς, ένα κουπλέ που φέρνει πολύ σε εποχές Diabolus in musica και τον Araya να ουρλιάζει τους στίχους όπως αυτός ξέρει. Κι εδώ υπάρχει ένα ακόμα mid tempo πέρασμα που συνοδεύει το πρώτο σόλο, όπως και μερικά από τα κλασικά slayer-ικά ριφάκια στο όχι και τόσο ξεχωριστό ρεφραίν, ενώ προς το τέλος γυρνάει λίγο σε εποχές που θυμίζουν Reign in blood (χωρίς φυσικά την κολασμένη δύναμη που έβγαζε η βίβλος εκείνη του μέταλ). Δυνατό μεν, αλλά όχι τόσο ώστε να μπορείς να το πεις το καλύτερο κομμάτι του δίσκου.
Skeleton Christ - Μπαίνει ωραία με ένα κοφτό επαναλαμβανόμενο riff και μεσαίας ταχύτητας "ραπαριστά" φωνητικά, για να δώσει συνέχεια σε ένα (ευτυχώς καθόλου χαρούμενο) πανκοειδές ρεφραίν και ένα σύντομο σόλο. Δεύτερο κουπλέ στον ίδιο ρυθμό και δεύτερη φορά το ρεφραίν με λίγο αλλαγμένους στίχους και μετά άλλη μία με άλλη μια φορά διαφορετικούς στίχους. Ακολουθεί ένα ριφ που θυμίζει αρκετά raining blood και ο κόσμος μπορεί να χαρεί headbanging και στο καπάκι moshing με το ρεφραίν που ξανακολουθεί, ενώ ακολουθεί ένα beatdown πέρασμα συνοδεία σόλο για ακόμα περισσότερο ξύλο. Στα κατά του κομματιού κατ' εμέ οι αφελείς αντιχριστιανικοί στίχοι
Eyes of the insane - Ξεκινάει θυμίζοντας λίγο South of heaven και συνεχίζει γκρουβάτα για πιο χαλαρό κοπάνημα, ενώ ακολουθεί ένα δυναμικό, πιασάρικο ρεφραίν ιδανικό για body slamming, ενώ μπαίνει και ένα δεύτερο ρεφραίν που ακολουθεί το πρώτο, κοφτό και τσαμπουκαλεμένο. Οι στίχοι, αντιπολεμικού περιεχομένου, δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, αλλά το τραγούδι έχει πολύ δυναμική (στα συν μια στιχουργική αναφορά στο mandatory suicide)
Jihad - Ξεκινάει με μια χαλαρή εισαγωγή ενώ μετά από λίγο μπαίνει ένα αργό, μακρόσυρτο ριφ και ένα ακόμα "ραπάρισμα" πάνω σε ένα γρήγορο κοφτό ριφ που κάνει το σώμα να κινείται στο ρυθμό του. Το ρεφραίν, σαν σύνθημα, τα σπάει, αλλά το γύριστό ριφάκι που χρησιμοποιείται για να περάσουμε στο δεύτερο κουπλέ και που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται προσωπικά δε μου άρεσε. Το δεύτερο ρεφραίν ακολουθεί ένα πέρασμα με που κιθάρες παίζουν χαμηλά, τα ντραμς δίνουν ρυθμό και τα φωνητικά απαγγέλουν χαμηλά κάτι σα λόγο.
Στιχουργικά δε, πρέπει να είναι το πιο ακραίο τραγούδι που έχουν γράψει μετά το Angel of death.
Consfearancy - Κοφτά ριφς, σκασίματα, καλπασμός στα ντραμς, σόλο μετά την εισαγωγή, φωναχτό χοροπηδηχτάδικο κουπλέ, ένα ωραίο lead και ένα επίσης κοφτό χοροπηδηχτάδικο ρεφραίν. Πολύ κοπάνημα, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο αλλά σίγουρα απολαυστικό.
Catatonic - τίγκα στα αργά βαριά riff σε κλασικές μινόρε κλίμακες είναι ένα κομμάτι αργό και βαρύ, για πολύ headbanging, με τoν Araya να ουρλιάζει το κολλητικό ρεφραίν που πορώνει με την σκοτεινή μελωδική γραμμή του, ενώ κάπου πριν το σόλο ακούγεται ένα μινόρε ριφάκι που ακολουθείται απο σκασίματα, όπως raining blood (αν και εντάξει, καμία σύγκριση) Από τα πιο δυνατά κομμάτια του δίσκου.
Black serenade - Ο χαρακτηρισμός "καλό μωρέ" δεν θα μπορούσε να δωθεί στο ελαφρώς ανευρο κουπλέ του τραγουδιού αυτού, η ρυθμική γέφυρα όμως και το "ραπαριστό" ρεφραίν του δίνουν αρκετή ενέργεια, όπως και το φρενήρες πρώτο σόλο. Γενικά το πιο αδύναμο ίσως κομμάτι και μουσικά και στιχουργικά.
Cult - Σκοτεινή εισαγωγή που θυμίζει λίγο dead skin mask, δυνατό mid tempo riff, σκασίματα στα ντράμς και μια μελωδία γεματη και πορωτική που σε αναγκάζει να κοπανηθείς, ενώ, για να θυμηθούμε λίγο το hell awaits, ακολουθεί ένα τυπικό γρήγορο thrash κομμάτι με ένα "γηπεδικό" ρεφραίν που ξεσηκώνει στην αρχή, για να καταλήξει σε ένα mosh friendly βίαιο ρυθμό. Δεύτερο κουπλέ, δεύτερο ρεφραίν για να συνεχίσει να δέρνεται ο κόσμος και αργό βαρύ πέρασμα για λίγο headbanging ρε αδερφέ πριν το σόλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το κομμάτι επιλέχθηκε ως single του δίσκου και νομίζω ότι θα εκτιμηθεί σε πολλά pits ανά τον κόσμο.
Supremist - αυτό εδώ έχει μια αρκετά heavy metal εισαγωγή και αρκετά παλαιομοδήτικο riff στο κουπλέ, με ένα αρκετά τεχνικό riff να το ακολουθεί και ένα ελαφρώς υποτονικό ρεφραίν και αρκετά τεχνικά περάσματα που δεν λειτουργούν απολύτως καλά μέσα στη σύνθεση. Ωραία riffs, μέτριο τραγούδι (αν και φαντάζομαι οι κιθαρίστες θα το χαρούνε αρκετά)
Συνολικά είναι ένας συμπαγής, λακωνικός (κρατάει λίγο λιγότερο από 40 λεπτά) δίσκος με πολύ ένταση και χωρίς πολλά βαρετά σημεία. Είναι πολύ χορταστικός και γενικά αποφεύγει να πλατειάζει, διατηρόντας τη δύναμή του καθόλη τη διάρκειά του. Του λείπουν όμως τα τραγούδια που ξεχωρίζουν, καθώς και τα 8 τραγούδια είναι εφάμιλα με τα "γεμίσματα" σε οποιονδήποτε από τους πέντε πρώτους δίσκους, άρα είναι σαφέστατα κατώτερός τους ως ποιότητα. Παράλληλα όμως έχει περισσότερο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε δίσκο έβγαλαν μετά το Seasons in the abyss, επιλέγοντας επιστροφήστις ρίζες.
Γενικά αν δεν έχετε ξανασχοληθεί με το συγγρότημα ασχοληθείτε με κάποιο από τα Reign in blood, south of heaven και Seasons in the abyss, αν όμως είστε οπαδός των Slayer ή γενικά του thrash μπορείτε να επενδύσετε στο δισκάκι αυτό. Χωρίς να είναι διαμάντι, κλασικό, αριστούργημα κτλ τα βγάζει τα λεφτά του.
Βαθμολογία 4/5
Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006
Iron Maiden - A matter of life and death
To άκουσα μια φορά χθες και βαρέθηκα τη ζωή μου. Τώρα κάνω τη δεύτερη ακρόαση:
Different worlds: τους φαντάζομαι στο στούντιο, να ανακαλύπτουν ότι έχουν μόνο 10 τραγούδια και χρειάζονται άλλο ένα. Οπότε λέει ο Harris: "Λοιπόν παιδιά, το γνωστό riff οι κιθάρες, κλασικό μπάσσο εγώ, τυπικά τύμπανα κι εσύ Bruce άρχισε να τραγουδάς ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι." Κάπως έτσι γράφτηκε το δεύτερο χειρότερο τραγούδι που ανοίγει δίσκο των maiden (το Wildest dreams παραμένει βέβαια αξεπέραστα στον πάτο)
These colours don't run: ένα "επιβλητικό" mid tempo κομμάτι: βαρετά riff που το έχουμε ξανακούσει (με καλύτερο το γύρισμα ανάμεσα στα σόλο από το heaven can wait νομίζω) και έναν Bruce να φαλτσάρει στις κορόνες (το κάνει και στο πρώτο τραγούδι αλλά εκείνο είναι πολύ βαρετό για να το προσέξεις)
Brighter than a thousand suns: Ίσως ο τίτλος είναι υπερβολή, αλλά σίγουρα θα έπρεπε να λέγεται Brighter than eleven songs, μιας και είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, με μια ριφάρα στην αρχή που κάνει τον σβέρκο να γαργαλάει. Κι εδώ ο Bruce ψιλοφαλτσάρει, αλλά το αγνοείς ακούγοντας τον γεμάτο ήχο στις κιθάρες. Εντάξει, Slayer do this shit much better, αλλά εδώ υπάρχουν και μελωδίες που σου κολλάνε. Ένα καλό τραγούδι σε έναν μέτριο δίσκο, καταφέρνει τουλάχιστον να πορώσει, αν και τραβάει πολύ περισσότερο από όσο πρέπει.
The pilgrim: Ξεκινάει με το λαλαλαλα ριφ, συνεχίζει με taps, έχει όμορφη μελωδία στα φωνητικά του κουπλέ, μέτρια πριος καλή γέφυρα και προβλέψιμο ρεφραίν με τον Bruce να το στριγγλίζει, χωρίς φάλτσα αυτή τη φορά, ενώ ακολουθεί το αναμενόμενο τσιφτετέλι ως γύρισμα, το οποίο ομολογουμένως και πολύ άργησε και λίγο κρατάει: και μόνο το όνομα με είχε προετοιμάσει για βάρβαρη αντιγραφή του Nomad, αλλά εντάξει, αντιγράφουν και άλλα τραγούδια τους εδώ έτσι για την ποικιλία.
Συμπαθητικό, αλλά βαριέσαι από το δεύτερο κουπλε.
The longest day: συμπαθητική εισαγωγή, ατμοσφαιρική που ανεβάζει σιγά σιγά ένταση, και ανεβάζει, και ανεβάζει για να σε ρίξει στα τάρταρα με ένα βαρετό μελωδικό ξέσπασμα ενάμιση λεπτό αργότερα, που το διαδέχεται ένα "επικό" "ρεφραιν". Δεύτερο κουπλέ με taps και ελαφρώς γρυλιστά φωνητικά ξαναδίνει δύναμη στο κομμάτι, αλλα πάμε πάλι μια από τα ίδια ενώ προς το τέλος ξαναφτιάχνει και μετά ξαναχαλάει. Αν δεν ήταν τόσο κουρασμένες οι ιδέες του ίσως και να ήταν πάρα πολύ καλό, υπάρχουν σημεία που θα γίνονταν ένα πολύ δυνατό κομμάτι, αλλά η δύναμη χάνεται στην φλυαρία της σύνθεσης.
Out of the shadows: Ντουμ ντουμ ντουμ ντουμ εισαγωγή, μελωδικό μελαγχολικό κουπλέ, τυπικός απελπισμένος Dickinson να γκαρίζει στο ρεφραίν, το wasting love ήταν απείρως καλύτερη "πλαστικούρα" μπαλάντα από αυτό εδώ το έκτρωμα. Συμπαθητικό σόλο πάντως.
The reincarnation of Benjamin Breeg: Βαρετή θλιμμένη εισαγωγή, dickinson να ψιθυρίζει στίχους, η μελωδία αρχίζει να γίνεται συμπαθητική ενώ περιμένουμε το ξέσπασμα, που έρχεται με ένα διόλου λυτρωτικό αλλά τουλάχιστον κλασικό ριφ, μια μετριότατη μελωδία φωνητικών από έναν Dickinson κουρασμένπο από τις πατάτες που τραγουδάει τόση ώρα, ένα καλό ριφάκι καθώς η ένταση ανεβαίνει λίγο, το καλό ριφ ξαναχτυπά πολλές φορές πριν το ρεφραίν που δεν λέει να έρθει, τελικά αντιλαμβάνεσαι ότι η άνευρη γέφυρα που ακούς τόση ώρα είναι μάλλον το ρεφραίν, μετά αρχίζουν τα κλασικά ταραταραμ που έχουν γίνει κλισέ από την εποχή που έγραψαν το trooper, μόνο πως σκάνε και καλούτσικα σόλο, το γύρισμα ανάμεσα στα δύο πρώτα σόλο είναι επίσης φοβερό και επιτέλους η αναμενόμενη λύτρωση που το κομμάτι τόσο επιζητά έρχεται, ενώ το ρεφραιν ξαναχτυπά και αυτή την φορά αντέχεται περισσότερο. Ούτε καν απείλησε τελικά τη θέση του Wildest dreams ως του χειρότερου single τους, παρά τις αρχικές προσδοκίες μου. Ήταν καλύτερο και από το bring your daughter to the slaughter αν σας λέει κάτι αυτό, αν και δε νομίζω να υπάρχει άλλο single που μπορεί να συναγωνιστεί.
For the greater good of God: Υποτονική αρχή, δυνάμωμα στη συνέχεια, γαμάτο ρεφραίν που χαλαρά το ξανακούσαμε, δυνατό δεύτερο κουπλέ, ξανά το πορωτικό ρεφραίν ξανά και ξανά για να το εμπαιδώσουμε,εντυπωσιακό γύρισμα για καμια εκατοστή φορές, γιατί αφού τους βγήκε και κάτι καλό να το παίξουν αρκετά ρε παιδί μου να μην πάνε τσάμπα τα λεφτά του κόσμου, σόλο της σειράς, δεύτερο σόλο καλύτερο αλλά επαναλαμβανόμενο, άλλη μία από ρεφραίν και το εννιάλεπτο κλείνει με επίσης ξεσηκοτικό τέλος. Πολύ καλές ιδέες αλλά δωσμένες με το κιλό που μετά από κάποιες ακροάσεις φαντάζομαι θα ακούγονται κουραστικές. Αυτή τη στιγμή πάντως το κομμάτι είναι απίστευτα ξεσηκωτικό.
Lord of Light: και αυτό υποτονική ψιλοοριεντάλ εισαγωγή, ψιθυριστά φωνητικά, συνέχεια με ριφ-καλπασμό, δυνατές φωνητικές γραμμές που συνεχίζουν να φαλτσάρουν ελαφρά, αργό, επιβλητικό ρεφραίν, που όμως ακούγεται ευχάριστα, ξανά υποτονική μελωδία, ξέσπασμα, solo, ρεφραιν, συμπαθητικό κομμάτι, πολύ καλύτερο από μερικά εδώ μέσα, αλλά τίποτα το συγκλονιστικό, αν το ακούσω 4-5 φορές ακόμα μπορεί και να μου αρέσει.
The Legacy: Υποτονική αρχή (τι έκπληξη!) χτίσιμο, ψιλοσυμπαθητικό ρεφραίν, καλή συνέχεια, δυνατό τελείωμα. Θα μπορούσα επίσης να το συμπαθήσω αρκετά.
End of the universe: "Συμφωνική" εισαγωγή, "στοιχειωτικές" μελωδίες, υποτονικό κουπλέ, ψευδοσυμφωνικό ξέσπασμα (που κόβω τον λαιμό μου το έχω ακούσει σχεδόν ίδιο από black/ατμοσφαιρικό συγκρότημα) ξανά στοιχειωτικά, δυνατό ριφ που επιτέλους ανταμείβει, σόλο, κουπλέ με νεύρο, δυνατά ριφάκια, το συμφωνικό κομμάτι που λέγαμε, ριφ που σπάνε σβέρκο παράλληλα με παιχνιδάκια με synths, η γύφτικη επικίλα ξαναχτυπά, ξανα οι στοιχειωτικές μελωδίες από synth και το ρεφραιν μάλλον συνοδεία μικρής χωρωδίας και σόλο της synth κιθάρας (γιατί αυτό πρέπει να ακούγεται τόση ώρα) και η γυφτιά να κλείνει. Παρά το cheesy του κομματιού ο Dickinson το στηρίζει με τη φωνή του και γενικά στέκει ως σύνθεση. Από τα καλά του δίσκου.
Συνολικά: Μετριότατος δίσκος για τα δεδομένα των maiden με τα μισά κομμάτια να σώζουν τις πατάτες που έχουν κάνει στα άλλα μισά. Αξίζει τα λεφτά που θα πληρώσετε για να τον πάρετε σε έκπτωση του χρόνου αν σας αρέσει το συγκρότημα, εκτός κι αν είστε φανατικός των maiden οπότε εγώ σας προειδοποίησα, το κρίμα στο λαιμό σας.
Βαθμολογία 3/5
Different worlds: τους φαντάζομαι στο στούντιο, να ανακαλύπτουν ότι έχουν μόνο 10 τραγούδια και χρειάζονται άλλο ένα. Οπότε λέει ο Harris: "Λοιπόν παιδιά, το γνωστό riff οι κιθάρες, κλασικό μπάσσο εγώ, τυπικά τύμπανα κι εσύ Bruce άρχισε να τραγουδάς ότι σου κατεβαίνει στο κεφάλι." Κάπως έτσι γράφτηκε το δεύτερο χειρότερο τραγούδι που ανοίγει δίσκο των maiden (το Wildest dreams παραμένει βέβαια αξεπέραστα στον πάτο)
These colours don't run: ένα "επιβλητικό" mid tempo κομμάτι: βαρετά riff που το έχουμε ξανακούσει (με καλύτερο το γύρισμα ανάμεσα στα σόλο από το heaven can wait νομίζω) και έναν Bruce να φαλτσάρει στις κορόνες (το κάνει και στο πρώτο τραγούδι αλλά εκείνο είναι πολύ βαρετό για να το προσέξεις)
Brighter than a thousand suns: Ίσως ο τίτλος είναι υπερβολή, αλλά σίγουρα θα έπρεπε να λέγεται Brighter than eleven songs, μιας και είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, με μια ριφάρα στην αρχή που κάνει τον σβέρκο να γαργαλάει. Κι εδώ ο Bruce ψιλοφαλτσάρει, αλλά το αγνοείς ακούγοντας τον γεμάτο ήχο στις κιθάρες. Εντάξει, Slayer do this shit much better, αλλά εδώ υπάρχουν και μελωδίες που σου κολλάνε. Ένα καλό τραγούδι σε έναν μέτριο δίσκο, καταφέρνει τουλάχιστον να πορώσει, αν και τραβάει πολύ περισσότερο από όσο πρέπει.
The pilgrim: Ξεκινάει με το λαλαλαλα ριφ, συνεχίζει με taps, έχει όμορφη μελωδία στα φωνητικά του κουπλέ, μέτρια πριος καλή γέφυρα και προβλέψιμο ρεφραίν με τον Bruce να το στριγγλίζει, χωρίς φάλτσα αυτή τη φορά, ενώ ακολουθεί το αναμενόμενο τσιφτετέλι ως γύρισμα, το οποίο ομολογουμένως και πολύ άργησε και λίγο κρατάει: και μόνο το όνομα με είχε προετοιμάσει για βάρβαρη αντιγραφή του Nomad, αλλά εντάξει, αντιγράφουν και άλλα τραγούδια τους εδώ έτσι για την ποικιλία.
Συμπαθητικό, αλλά βαριέσαι από το δεύτερο κουπλε.
The longest day: συμπαθητική εισαγωγή, ατμοσφαιρική που ανεβάζει σιγά σιγά ένταση, και ανεβάζει, και ανεβάζει για να σε ρίξει στα τάρταρα με ένα βαρετό μελωδικό ξέσπασμα ενάμιση λεπτό αργότερα, που το διαδέχεται ένα "επικό" "ρεφραιν". Δεύτερο κουπλέ με taps και ελαφρώς γρυλιστά φωνητικά ξαναδίνει δύναμη στο κομμάτι, αλλα πάμε πάλι μια από τα ίδια ενώ προς το τέλος ξαναφτιάχνει και μετά ξαναχαλάει. Αν δεν ήταν τόσο κουρασμένες οι ιδέες του ίσως και να ήταν πάρα πολύ καλό, υπάρχουν σημεία που θα γίνονταν ένα πολύ δυνατό κομμάτι, αλλά η δύναμη χάνεται στην φλυαρία της σύνθεσης.
Out of the shadows: Ντουμ ντουμ ντουμ ντουμ εισαγωγή, μελωδικό μελαγχολικό κουπλέ, τυπικός απελπισμένος Dickinson να γκαρίζει στο ρεφραίν, το wasting love ήταν απείρως καλύτερη "πλαστικούρα" μπαλάντα από αυτό εδώ το έκτρωμα. Συμπαθητικό σόλο πάντως.
The reincarnation of Benjamin Breeg: Βαρετή θλιμμένη εισαγωγή, dickinson να ψιθυρίζει στίχους, η μελωδία αρχίζει να γίνεται συμπαθητική ενώ περιμένουμε το ξέσπασμα, που έρχεται με ένα διόλου λυτρωτικό αλλά τουλάχιστον κλασικό ριφ, μια μετριότατη μελωδία φωνητικών από έναν Dickinson κουρασμένπο από τις πατάτες που τραγουδάει τόση ώρα, ένα καλό ριφάκι καθώς η ένταση ανεβαίνει λίγο, το καλό ριφ ξαναχτυπά πολλές φορές πριν το ρεφραίν που δεν λέει να έρθει, τελικά αντιλαμβάνεσαι ότι η άνευρη γέφυρα που ακούς τόση ώρα είναι μάλλον το ρεφραίν, μετά αρχίζουν τα κλασικά ταραταραμ που έχουν γίνει κλισέ από την εποχή που έγραψαν το trooper, μόνο πως σκάνε και καλούτσικα σόλο, το γύρισμα ανάμεσα στα δύο πρώτα σόλο είναι επίσης φοβερό και επιτέλους η αναμενόμενη λύτρωση που το κομμάτι τόσο επιζητά έρχεται, ενώ το ρεφραιν ξαναχτυπά και αυτή την φορά αντέχεται περισσότερο. Ούτε καν απείλησε τελικά τη θέση του Wildest dreams ως του χειρότερου single τους, παρά τις αρχικές προσδοκίες μου. Ήταν καλύτερο και από το bring your daughter to the slaughter αν σας λέει κάτι αυτό, αν και δε νομίζω να υπάρχει άλλο single που μπορεί να συναγωνιστεί.
For the greater good of God: Υποτονική αρχή, δυνάμωμα στη συνέχεια, γαμάτο ρεφραίν που χαλαρά το ξανακούσαμε, δυνατό δεύτερο κουπλέ, ξανά το πορωτικό ρεφραίν ξανά και ξανά για να το εμπαιδώσουμε,εντυπωσιακό γύρισμα για καμια εκατοστή φορές, γιατί αφού τους βγήκε και κάτι καλό να το παίξουν αρκετά ρε παιδί μου να μην πάνε τσάμπα τα λεφτά του κόσμου, σόλο της σειράς, δεύτερο σόλο καλύτερο αλλά επαναλαμβανόμενο, άλλη μία από ρεφραίν και το εννιάλεπτο κλείνει με επίσης ξεσηκοτικό τέλος. Πολύ καλές ιδέες αλλά δωσμένες με το κιλό που μετά από κάποιες ακροάσεις φαντάζομαι θα ακούγονται κουραστικές. Αυτή τη στιγμή πάντως το κομμάτι είναι απίστευτα ξεσηκωτικό.
Lord of Light: και αυτό υποτονική ψιλοοριεντάλ εισαγωγή, ψιθυριστά φωνητικά, συνέχεια με ριφ-καλπασμό, δυνατές φωνητικές γραμμές που συνεχίζουν να φαλτσάρουν ελαφρά, αργό, επιβλητικό ρεφραίν, που όμως ακούγεται ευχάριστα, ξανά υποτονική μελωδία, ξέσπασμα, solo, ρεφραιν, συμπαθητικό κομμάτι, πολύ καλύτερο από μερικά εδώ μέσα, αλλά τίποτα το συγκλονιστικό, αν το ακούσω 4-5 φορές ακόμα μπορεί και να μου αρέσει.
The Legacy: Υποτονική αρχή (τι έκπληξη!) χτίσιμο, ψιλοσυμπαθητικό ρεφραίν, καλή συνέχεια, δυνατό τελείωμα. Θα μπορούσα επίσης να το συμπαθήσω αρκετά.
End of the universe: "Συμφωνική" εισαγωγή, "στοιχειωτικές" μελωδίες, υποτονικό κουπλέ, ψευδοσυμφωνικό ξέσπασμα (που κόβω τον λαιμό μου το έχω ακούσει σχεδόν ίδιο από black/ατμοσφαιρικό συγκρότημα) ξανά στοιχειωτικά, δυνατό ριφ που επιτέλους ανταμείβει, σόλο, κουπλέ με νεύρο, δυνατά ριφάκια, το συμφωνικό κομμάτι που λέγαμε, ριφ που σπάνε σβέρκο παράλληλα με παιχνιδάκια με synths, η γύφτικη επικίλα ξαναχτυπά, ξανα οι στοιχειωτικές μελωδίες από synth και το ρεφραιν μάλλον συνοδεία μικρής χωρωδίας και σόλο της synth κιθάρας (γιατί αυτό πρέπει να ακούγεται τόση ώρα) και η γυφτιά να κλείνει. Παρά το cheesy του κομματιού ο Dickinson το στηρίζει με τη φωνή του και γενικά στέκει ως σύνθεση. Από τα καλά του δίσκου.
Συνολικά: Μετριότατος δίσκος για τα δεδομένα των maiden με τα μισά κομμάτια να σώζουν τις πατάτες που έχουν κάνει στα άλλα μισά. Αξίζει τα λεφτά που θα πληρώσετε για να τον πάρετε σε έκπτωση του χρόνου αν σας αρέσει το συγκρότημα, εκτός κι αν είστε φανατικός των maiden οπότε εγώ σας προειδοποίησα, το κρίμα στο λαιμό σας.
Βαθμολογία 3/5
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006
Πέμπτη, Ιουλίου 13, 2006
Rockwave 2006 - 3η ημέρα
Για αρχή μία ώρα πριν φύγω μαθαίνω ότι θα μπορούσα να καβαντζώσω πάσο φωτογράφου, αλλά ούτε φωτογραφική μηχανή είχα ούτε τον χρόνο να πάω να το πάρω. Άρα τζίφος.
Τέλος πάντως, φτάνω σταθμό Λαρίσσης και παίρνω το τρένο για Μαλακάσα. Στον σταθμό πετυχαίνω και έναν φίλο μου, οπότε στο τρένο η κουβέντα γυρνούσε γύρω από warhammer 40K, τα ελληνικά στρατά, συζητήσεις περί τέχνης (aka δούλεμα στην ψευτοκουλτούρα συγκροτημάτων τύπου Sunn 0) και στο ότι μετά τη συναυλία τους στην Ελλάδα οι Kreator έγραψαν το When the sun burns red (ενώ περπατάγαμε στο καταμεσίμερο για να πάμε από το τρένο στο Terra Vibe)
Φτάνουμε στις 5, ενώ οι πύλες είχαν μόλις ανοίξει. Εντυπωσιακός ήταν ο μικρός αριθμός του κόσμου που είχε έρθει (και που παρέμεινε χαμηλός, το πολύ 8000 άτομα να ήταν χθες). Μετά από μια βόλτα στα stands για μπλούζες (όπου βρήκαμε μπλούζες monotheist με 30€) και μια επίσκεψη στο silent disco (που ήταν γαμώ τις φάσεις, έβαζες ασύρματα ακουστικά και άκουγες δύο dj, έναν να παίζει nu metal και έναν να παίζει κλασικές μεταλιές) οι Moonspell εμφανίστηκαν στη σκηνή.
Αν και ο κόσμος μπροστά ήταν λίγος (4 σειρές, το πολύ 25 άτομα στην κάθε μια) έπεσε αρκετό κοπάνιμα από μεταλλουδίτσες ενώ και το συγκρότημα ήταν αρκετά καλό, παίζοντας το γοτθικό doom/death metal τους με εξαιρετική επιτυχία. Highlights όταν ο τραγουδιστής αναφέρθηκε στην ήττα της Πορτογαλίας στο Euro και όταν, εχμ, τραβούσε μαλ... στο μικρόφωνο (δεν έχω φωτογραφία να καταλάβετε τι εννοώ ρε γαμώτο, αν βρω θα την ποστάρω Razz)
Από τη στιγμή που οι Moonspell σταμάτησαν μέχρι την στιγμή που τέλειωσαν οι Crimson glory, καλύτερη στιγμή ήταν αναμφίβολα όταν ο DJ έβαλε να παίξει το Future tense των Sanctuary. Κι αυτό επειδή ποι Crimson glory ήταν ΑΘΛΙΟΙ. Όλες οι ψηλές νότες του midnight έπεφταν στο χώμα σπαρταρώντας, αφήνοντας την τελευταία τους ανάσα, ενώ οι χαμηλές δεν ακούγονταν τόσο καλά, με αποτέλεσμα να έχουν ένα σιωπηλό θάνατο. Το υπόλοιπο συγκρότημα έπαιζε το ίδιο άσχημα, με αποτέλεσμα σε ένα σημείο να με πονέσουν τα αφτιά μου. Ο κόσμος γενικά βαριόταν που ζούσε, ακόμα και όταν έπαιζαν κομματάρες όπως το Queen of the masquarade και το Lost reflection, που είναι τραγούδι για νύχτα μεν, αλλά και χρειάζεται και μια σοβαρή ερμηνεία για να πορώσει τον κόσμο. Το μόνο θετικό είναι ότι το συγκρότημα μετά το show του κυκλοφορούσε ανάμεσα στον κόσμο και μιλούσε, μοίραζε αυτόγραφα κτλ (εγώ πήρα αυτόγραφο από τον τραγουδιστή)
Πριν καλά καλά τελειώσουν οι Crimson Glory οι Celtic Frost είχαν αρχίσει να κλέβουν την παράσταση. Κόσμος άρχισε να στοιβάζεται στο κάγκελο, ενώ ο DJ είχε σταματήσει να παίζει μουσική, βάζοντας υποβλητικά ηχοτόπια που ετοίμαζαν το κλίμα για τους Ελβετούς. Ο κόσμος φώναζε για το συγκρότημα, ενώ τεχνικοί έφερναν στην σκηνή banners με την επτάλφα και στο πίσω μέρος της σκηνής είχε κρεμαστεί το απίστευτο Satan I του H.R.Giger.
Μετά από αρκετοί ώρα αναμονής το Tottengot άρχισε να παίζει, ενώ τα μέλη του συγκροτήματος, ντυμένα στα μαύρα και με υποτυπώδες corpsepaint μπήκαν στη σκηνή. Ο Martin ήταν σε στάση προσευχής ενώ ο Tom, με τον μαύρο σκούφο το μαύρο πουκάμισο και το μακιγιάζ του ήταν σαν μια γερασμένη εκδοχή του τραγουδιστή των HIM. Τέλος ο δεύτερος κιθαρίστας περισσότερο φαινόταν να παίζει σε κάποιον κλώνο των Apoptygma Berzerk παρά στους Celtic Frost.
Δε νομίζω ότι άλλο συγκρότημα θα καταφέρει να σκάσει σε metal φεστιβάλ με λουκ "τελειωμένου" γκοθά και θα κάνει αυτό που έκαναν οι Frost. ΜΕ τις πρώτες νότες του Procreation of the wicked και το πρώτο Deathgrunt του Fischer ξεκίνησε ανελέητο moshing. Το Dethroned Emperor δεν άφησε χρόνο για ανάσα, ενώ, επειδή μπροστά δεν υπήρχε ούτε γρασίδι ούτε πλαστικά πλακάκια κάθε προσπάθεια να γίνει moshpit καταστρεφόταν από το σύννεφο σκόνης που σηκωνόταν. Συνέχισαν με το usurperer και το Jewel throne, σπάζοντας σβέρκους, ενώ, μετά από έναν εντυπωσιακό μονόλογο του Ain ακολούθησε το Ain Elohim. Το Necromantical screams (με τα προηχογραφημένα γυναικεία φωνητικά) έδωσε ξανά τροφή στο moshpit που υπήρχε στο κέντρο, ενώ το Dawn of Meggido έκανε σβέρκους να πονέσουν και έδειξε τι πραγματικά σημαίνει ατμοσφαιρικό death metal με τον αργό επικό όγκο του. Αλλά πάλι το necrothrash πήρε τη σκυτάλη με τα Circle of the tyrants και into the crypt of rays να κλείνουν το show.
Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου μας εγκατέλειπαν, όταν ομίχλη γέμισε τη σκηνή και το συγκρότημα ξαναβγήκε για ένα τελευταίο τραγούδι. To Synagoga Satanae έκλεισε την βραδιά απίστευτα, με ένα μάτσο καμμένους κάφρους από κάτω να κοπανιούνται ανελέητα κατά τα 10 λεπτά του. Ο δε Thomas έβγαλε το σκούφο του, μοιάζοντας, λόγω καράφλας και βαψίματος με τον Pennywise από το Αυτό του Stephen Κing. Απόλυτη καφρίλα ήταν ο drummer στο τέλος που γκρέμισε τα drums και βγήκε από τις αναποδογυρισμένες κάσες για να χαιρετίσει κι αυτός το κοινό.
Μετά το τέλος της εμφάνισης αυτής ήμουν πολύ λιώμα για το οτιδήποτε. Αν και οι Frost έπαιξαν τραγούδια μόνο από 3 δίσκους είχαν ένα απίστευτα συμπαγές πρόγραμμα και δώσαν μαθήματα death/necro σε όλους τους νεότερους. Οι άνθρωποι είναι πραγματικά θεοί του ακραίου ήχου και το απέδειξαν και με το παραπάνω. Εύχομαι να έρθουν κάποια στιγμή μόνοι τους, γιατί χρειάζεται τουλάχιστον σόου 2,5 ωρών για να ξεδιπλώσουν όλο το μεγαλείο τους.
Στη συνέχεια σύρθηκα πίσω και έκατσα στο χορτάρι, περιμένοντας τους Twisted Sister. Υπό άλλες συνθήκες θα ήμουν πρώτη γραμμή και στους παλαιομεταλλάδες τραβεστί, αλλά πραγματικά τα είχα δει όλα. Οι Sister έπαιξαν γαμιστερότατα, με τις επιτυχίες τους να ξεσηκώνουν τον κόσμο (φανταστείτε ότι το We ain't gonna take it το τραγουδούσε ολόκληρο το Terra Vibe) να κράζουν το Fame story της Αμερικής, να κόβους τις τούρτες για τα 10 χρόνια του Rockfest (όπως είχαν μπερδευτεί και το έλεγαν) και για τα γεννέθλια του μπασίστα και να διασκευάζουν το It's only Rock and roll των Stones.
Ως φεστιβάλ για μια low budget διοργάνωση ήταν αρκετά καλό αλλά όχι κάτι εξαιρετικό. Άξιζε και με το παραπάνω να δει κανείς Frost και Sisters αλλά δεν ήταν κάτι το συγκλονιστικό ως σύνολο. Ελπίζω του χρόνου να δούμε καλύτερο line up.
Τέλος πάντως, φτάνω σταθμό Λαρίσσης και παίρνω το τρένο για Μαλακάσα. Στον σταθμό πετυχαίνω και έναν φίλο μου, οπότε στο τρένο η κουβέντα γυρνούσε γύρω από warhammer 40K, τα ελληνικά στρατά, συζητήσεις περί τέχνης (aka δούλεμα στην ψευτοκουλτούρα συγκροτημάτων τύπου Sunn 0) και στο ότι μετά τη συναυλία τους στην Ελλάδα οι Kreator έγραψαν το When the sun burns red (ενώ περπατάγαμε στο καταμεσίμερο για να πάμε από το τρένο στο Terra Vibe)
Φτάνουμε στις 5, ενώ οι πύλες είχαν μόλις ανοίξει. Εντυπωσιακός ήταν ο μικρός αριθμός του κόσμου που είχε έρθει (και που παρέμεινε χαμηλός, το πολύ 8000 άτομα να ήταν χθες). Μετά από μια βόλτα στα stands για μπλούζες (όπου βρήκαμε μπλούζες monotheist με 30€) και μια επίσκεψη στο silent disco (που ήταν γαμώ τις φάσεις, έβαζες ασύρματα ακουστικά και άκουγες δύο dj, έναν να παίζει nu metal και έναν να παίζει κλασικές μεταλιές) οι Moonspell εμφανίστηκαν στη σκηνή.
Αν και ο κόσμος μπροστά ήταν λίγος (4 σειρές, το πολύ 25 άτομα στην κάθε μια) έπεσε αρκετό κοπάνιμα από μεταλλουδίτσες ενώ και το συγκρότημα ήταν αρκετά καλό, παίζοντας το γοτθικό doom/death metal τους με εξαιρετική επιτυχία. Highlights όταν ο τραγουδιστής αναφέρθηκε στην ήττα της Πορτογαλίας στο Euro και όταν, εχμ, τραβούσε μαλ... στο μικρόφωνο (δεν έχω φωτογραφία να καταλάβετε τι εννοώ ρε γαμώτο, αν βρω θα την ποστάρω Razz)
Από τη στιγμή που οι Moonspell σταμάτησαν μέχρι την στιγμή που τέλειωσαν οι Crimson glory, καλύτερη στιγμή ήταν αναμφίβολα όταν ο DJ έβαλε να παίξει το Future tense των Sanctuary. Κι αυτό επειδή ποι Crimson glory ήταν ΑΘΛΙΟΙ. Όλες οι ψηλές νότες του midnight έπεφταν στο χώμα σπαρταρώντας, αφήνοντας την τελευταία τους ανάσα, ενώ οι χαμηλές δεν ακούγονταν τόσο καλά, με αποτέλεσμα να έχουν ένα σιωπηλό θάνατο. Το υπόλοιπο συγκρότημα έπαιζε το ίδιο άσχημα, με αποτέλεσμα σε ένα σημείο να με πονέσουν τα αφτιά μου. Ο κόσμος γενικά βαριόταν που ζούσε, ακόμα και όταν έπαιζαν κομματάρες όπως το Queen of the masquarade και το Lost reflection, που είναι τραγούδι για νύχτα μεν, αλλά και χρειάζεται και μια σοβαρή ερμηνεία για να πορώσει τον κόσμο. Το μόνο θετικό είναι ότι το συγκρότημα μετά το show του κυκλοφορούσε ανάμεσα στον κόσμο και μιλούσε, μοίραζε αυτόγραφα κτλ (εγώ πήρα αυτόγραφο από τον τραγουδιστή)
Πριν καλά καλά τελειώσουν οι Crimson Glory οι Celtic Frost είχαν αρχίσει να κλέβουν την παράσταση. Κόσμος άρχισε να στοιβάζεται στο κάγκελο, ενώ ο DJ είχε σταματήσει να παίζει μουσική, βάζοντας υποβλητικά ηχοτόπια που ετοίμαζαν το κλίμα για τους Ελβετούς. Ο κόσμος φώναζε για το συγκρότημα, ενώ τεχνικοί έφερναν στην σκηνή banners με την επτάλφα και στο πίσω μέρος της σκηνής είχε κρεμαστεί το απίστευτο Satan I του H.R.Giger.
Μετά από αρκετοί ώρα αναμονής το Tottengot άρχισε να παίζει, ενώ τα μέλη του συγκροτήματος, ντυμένα στα μαύρα και με υποτυπώδες corpsepaint μπήκαν στη σκηνή. Ο Martin ήταν σε στάση προσευχής ενώ ο Tom, με τον μαύρο σκούφο το μαύρο πουκάμισο και το μακιγιάζ του ήταν σαν μια γερασμένη εκδοχή του τραγουδιστή των HIM. Τέλος ο δεύτερος κιθαρίστας περισσότερο φαινόταν να παίζει σε κάποιον κλώνο των Apoptygma Berzerk παρά στους Celtic Frost.
Δε νομίζω ότι άλλο συγκρότημα θα καταφέρει να σκάσει σε metal φεστιβάλ με λουκ "τελειωμένου" γκοθά και θα κάνει αυτό που έκαναν οι Frost. ΜΕ τις πρώτες νότες του Procreation of the wicked και το πρώτο Deathgrunt του Fischer ξεκίνησε ανελέητο moshing. Το Dethroned Emperor δεν άφησε χρόνο για ανάσα, ενώ, επειδή μπροστά δεν υπήρχε ούτε γρασίδι ούτε πλαστικά πλακάκια κάθε προσπάθεια να γίνει moshpit καταστρεφόταν από το σύννεφο σκόνης που σηκωνόταν. Συνέχισαν με το usurperer και το Jewel throne, σπάζοντας σβέρκους, ενώ, μετά από έναν εντυπωσιακό μονόλογο του Ain ακολούθησε το Ain Elohim. Το Necromantical screams (με τα προηχογραφημένα γυναικεία φωνητικά) έδωσε ξανά τροφή στο moshpit που υπήρχε στο κέντρο, ενώ το Dawn of Meggido έκανε σβέρκους να πονέσουν και έδειξε τι πραγματικά σημαίνει ατμοσφαιρικό death metal με τον αργό επικό όγκο του. Αλλά πάλι το necrothrash πήρε τη σκυτάλη με τα Circle of the tyrants και into the crypt of rays να κλείνουν το show.
Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου μας εγκατέλειπαν, όταν ομίχλη γέμισε τη σκηνή και το συγκρότημα ξαναβγήκε για ένα τελευταίο τραγούδι. To Synagoga Satanae έκλεισε την βραδιά απίστευτα, με ένα μάτσο καμμένους κάφρους από κάτω να κοπανιούνται ανελέητα κατά τα 10 λεπτά του. Ο δε Thomas έβγαλε το σκούφο του, μοιάζοντας, λόγω καράφλας και βαψίματος με τον Pennywise από το Αυτό του Stephen Κing. Απόλυτη καφρίλα ήταν ο drummer στο τέλος που γκρέμισε τα drums και βγήκε από τις αναποδογυρισμένες κάσες για να χαιρετίσει κι αυτός το κοινό.
Μετά το τέλος της εμφάνισης αυτής ήμουν πολύ λιώμα για το οτιδήποτε. Αν και οι Frost έπαιξαν τραγούδια μόνο από 3 δίσκους είχαν ένα απίστευτα συμπαγές πρόγραμμα και δώσαν μαθήματα death/necro σε όλους τους νεότερους. Οι άνθρωποι είναι πραγματικά θεοί του ακραίου ήχου και το απέδειξαν και με το παραπάνω. Εύχομαι να έρθουν κάποια στιγμή μόνοι τους, γιατί χρειάζεται τουλάχιστον σόου 2,5 ωρών για να ξεδιπλώσουν όλο το μεγαλείο τους.
Στη συνέχεια σύρθηκα πίσω και έκατσα στο χορτάρι, περιμένοντας τους Twisted Sister. Υπό άλλες συνθήκες θα ήμουν πρώτη γραμμή και στους παλαιομεταλλάδες τραβεστί, αλλά πραγματικά τα είχα δει όλα. Οι Sister έπαιξαν γαμιστερότατα, με τις επιτυχίες τους να ξεσηκώνουν τον κόσμο (φανταστείτε ότι το We ain't gonna take it το τραγουδούσε ολόκληρο το Terra Vibe) να κράζουν το Fame story της Αμερικής, να κόβους τις τούρτες για τα 10 χρόνια του Rockfest (όπως είχαν μπερδευτεί και το έλεγαν) και για τα γεννέθλια του μπασίστα και να διασκευάζουν το It's only Rock and roll των Stones.
Ως φεστιβάλ για μια low budget διοργάνωση ήταν αρκετά καλό αλλά όχι κάτι εξαιρετικό. Άξιζε και με το παραπάνω να δει κανείς Frost και Sisters αλλά δεν ήταν κάτι το συγκλονιστικό ως σύνολο. Ελπίζω του χρόνου να δούμε καλύτερο line up.
Δευτέρα, Μαρτίου 20, 2006
TV: Carnivale
Μια σειρά μυστηρίου Αμερικάνικης παραγωγής που με εντυπωσίασε με την ποιότητα της παραγωγής της.
Η σειρά διαρκεί δύο σαιζόν (σύνολο 24 επεισόδια) και κόπηκε πριν ολοκληρωθεί, κάτι που είναι από τα μεγαλύτερα αρνητικά της.
Στην Αμερική της ύφεσης, λίγο πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, ένα αγόρι με τη δύναμη να θεραπεύει αρρώστους και τραυματίες περισυλλέγεται από ένα περιπλανόμενο τσίρκο. ΠΑράλληλα ένας ιερέας δέχεται μηνύματα από το θεό και με οράματα τιμωρεί τους αμαρτωλούς. Ένας περίεργος δεσμός υπάρχει όμως μεταξύ τους.
Γενικά η σειρά προχωράει αργά και σε κάθε επεισόδιο όλο και περισσότερα ερωτήματα προκύπτουν, ειδικά στην πρώτη σαιζόν, αρκετά από τα οποία απαντιούνται στη δεύτερη (όχι όλα όμως)αποκτά όμως ρυθμό από τη μέση της δεύτερης σαιζόν. Παράλληλα δε με την κυρίως ιστορία μια σειρά από δευτερεύουσες ιστορίες αναπτύσσονται, δίνοντας βάθος στη σειρά, κάτι που της προσθέτει πολλούς πόντους.
Η δε αισθητική της είναι εντυπωσιακή: η φωτογραφία είναι πολύ χαρακτηριστική, ενώ εντύπωση κάνει η βρωμιά του περιβάλλοντος και των χαρακτήρων, δίνοντας την αίσθηση του ρεαλισμού. Η μουσική είναι μυστηριακή και ταξιδιάρικη, τα οπτικά εφέ ικανοποιητικά και δεν υπάρχει καθόλου μα καθόλου λογοκρισία (κάτι το εντυπωσιακό για τηλεοπτική σειρά).
Οι ερμηνείες πάλι κυμαίνονται από μέτριες μέχρι εξαιρετικές, με κορυφαίο τον ηθοποιό που παίζει τον ιερέα, που έχει περάσει στη λίστα με τους αγαπημένους μου χαρακτήρες.
Συνολικά μια εξαιρετική παραγωγή που πρέπει να δειτε, κι ας μείνετε στο τέλος λίγο απογοητευμένοι με το τι θα μπορούσε να είχε γίνει στη συνέχεια.
Η σειρά διαρκεί δύο σαιζόν (σύνολο 24 επεισόδια) και κόπηκε πριν ολοκληρωθεί, κάτι που είναι από τα μεγαλύτερα αρνητικά της.
Στην Αμερική της ύφεσης, λίγο πριν τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, ένα αγόρι με τη δύναμη να θεραπεύει αρρώστους και τραυματίες περισυλλέγεται από ένα περιπλανόμενο τσίρκο. ΠΑράλληλα ένας ιερέας δέχεται μηνύματα από το θεό και με οράματα τιμωρεί τους αμαρτωλούς. Ένας περίεργος δεσμός υπάρχει όμως μεταξύ τους.
Γενικά η σειρά προχωράει αργά και σε κάθε επεισόδιο όλο και περισσότερα ερωτήματα προκύπτουν, ειδικά στην πρώτη σαιζόν, αρκετά από τα οποία απαντιούνται στη δεύτερη (όχι όλα όμως)αποκτά όμως ρυθμό από τη μέση της δεύτερης σαιζόν. Παράλληλα δε με την κυρίως ιστορία μια σειρά από δευτερεύουσες ιστορίες αναπτύσσονται, δίνοντας βάθος στη σειρά, κάτι που της προσθέτει πολλούς πόντους.
Η δε αισθητική της είναι εντυπωσιακή: η φωτογραφία είναι πολύ χαρακτηριστική, ενώ εντύπωση κάνει η βρωμιά του περιβάλλοντος και των χαρακτήρων, δίνοντας την αίσθηση του ρεαλισμού. Η μουσική είναι μυστηριακή και ταξιδιάρικη, τα οπτικά εφέ ικανοποιητικά και δεν υπάρχει καθόλου μα καθόλου λογοκρισία (κάτι το εντυπωσιακό για τηλεοπτική σειρά).
Οι ερμηνείες πάλι κυμαίνονται από μέτριες μέχρι εξαιρετικές, με κορυφαίο τον ηθοποιό που παίζει τον ιερέα, που έχει περάσει στη λίστα με τους αγαπημένους μου χαρακτήρες.
Συνολικά μια εξαιρετική παραγωγή που πρέπει να δειτε, κι ας μείνετε στο τέλος λίγο απογοητευμένοι με το τι θα μπορούσε να είχε γίνει στη συνέχεια.
Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2006
Anime: Basilisk
Δύο φιλές νίντζα στην Ιαπωνία βρίσκονται σε διαμάχη για 400 χρόνια, μια διαμάχη που έχει τη μορφή ψυχρού πολέμου, καθώς μια συνθήκη ειρήνης τους δεσμεύει και που θα ενισχυθεί με τον επικείμενο γάμο των διαδόχων των αρχηγών τους.
Όμως η μοίρα δε θέλει τις δύο φυλές να μονιάσουν: για να λυθεί ένα θέμα διαδοχής 10 μέλη της κάθε φυλής πρέπει να πολεμήσουν μέχρι θανάτου για να καθορίσουν ποιος από τους δύο διαδόχους θα κάτσει στο θρόνο. Βασική λεπτομέρεια: και οι 20 νίντζα διαθέτουν υπερφυσικές δυνάμεις.
Ένα αιματοβαμμένο ιστορικό δράμα πολεμικών τεχνών που προβλήθηκε στην ιαπωνική τηλεόραση την περασμένη χρονιά και που με εντυπωσίασε: σοβαρό καθόλη τη διάρκειά του και χωρίς ποτέ να καταλήγει μελό κερδίζει τον θεατή με την σοβαρότητά του. Ο σχεδιασμός είναι πιο ρεαλιστικός (όπως και σε άλλα ενήλικα manga δράσης, όπως το Berserk, Blade of the immortal και Ninja scroll - με το τελευταίο να είναι η κύρια επιρροή για τους δημιουργούς της σειράς, οπότε οι narutards να μην χαρούν άδικα) οι χαρακτήρες όλοι καλά αναπτυγμένοι, με τον καθε ένα να έχει τον χρόνο του στη σειρά, οι μάχες εντυπωσιακές και το σενάριο γεμάτο ένταση, πλατιάζοντας μόνο σε λίγα σημεία. Η μουσική επίσης αρκετά καλή και ταιριαστή με τη σειρά.
Χωρίς να είναι αριστούργημα (αν και δεν ξέρω ακριβώς γιατί καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα) είναι μια αξιόλογη δουλεία που αξίζει να την δει κανείς.
Όμως η μοίρα δε θέλει τις δύο φυλές να μονιάσουν: για να λυθεί ένα θέμα διαδοχής 10 μέλη της κάθε φυλής πρέπει να πολεμήσουν μέχρι θανάτου για να καθορίσουν ποιος από τους δύο διαδόχους θα κάτσει στο θρόνο. Βασική λεπτομέρεια: και οι 20 νίντζα διαθέτουν υπερφυσικές δυνάμεις.
Ένα αιματοβαμμένο ιστορικό δράμα πολεμικών τεχνών που προβλήθηκε στην ιαπωνική τηλεόραση την περασμένη χρονιά και που με εντυπωσίασε: σοβαρό καθόλη τη διάρκειά του και χωρίς ποτέ να καταλήγει μελό κερδίζει τον θεατή με την σοβαρότητά του. Ο σχεδιασμός είναι πιο ρεαλιστικός (όπως και σε άλλα ενήλικα manga δράσης, όπως το Berserk, Blade of the immortal και Ninja scroll - με το τελευταίο να είναι η κύρια επιρροή για τους δημιουργούς της σειράς, οπότε οι narutards να μην χαρούν άδικα) οι χαρακτήρες όλοι καλά αναπτυγμένοι, με τον καθε ένα να έχει τον χρόνο του στη σειρά, οι μάχες εντυπωσιακές και το σενάριο γεμάτο ένταση, πλατιάζοντας μόνο σε λίγα σημεία. Η μουσική επίσης αρκετά καλή και ταιριαστή με τη σειρά.
Χωρίς να είναι αριστούργημα (αν και δεν ξέρω ακριβώς γιατί καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα) είναι μια αξιόλογη δουλεία που αξίζει να την δει κανείς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)